Βούλα
Μάστορη
Το
παραμύθι των ψυχών
Εκδόσεις
Πατάκη
Μία
αγαπημένη συγγραφέας της παιδικής μου ηλικίας.
Λίγο
από παραμύθι.
Χαμένες
πατρίδες.
Θα
μπορούσε να είναι η συνταγή της επιτυχίας.
Ήταν
κάτι λιγότερο από αυτό...
Η
ιστορία ξεκινάει στα τέλη του 19ου αιώνα, σε ένα χωριό από τα μαστιχοχώρια της
Χίου.
Δύο
δίδυμα αδέρφια, η Αντιγόνη και ο Χρήστος, μοιράζονται το γυναικείο χάρισμα των
πρωτότοκων θυγατέρων της οικογένειας.
Το
χάρισμα περνάει από μάνα σε κόρη. Της δίνει μάτια σε όλο της το κορμί,
υπερφυσική όσφρηση και την ικανότητα να μπαίνει στα όνειρα του άντρα που
αγαπάει. Την κάνει ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα (έπρεπε να υπάρχει κι ένα κλισέ).
Η
Αντιγόνη είναι η πρώτη κόρη. Παίρνει το χάρισμα με όλες του τις προεκτάσεις.
Και ο δίδυμος αδερφός της μοιράζεται το χάρισμα, χωρίς να το κατέχει εξ
ολοκλήρου.
Τα
δύο αδέρφια αγαπιούνται τόσο που μάλλον δεν έχει πιο πολύ.
Και
λίγο πριν την αμαρτία, ο Χρήστος φεύγει για απέναντι ώστε να μπορέσει να ζήσει
μακριά από τη σκιά της δίδυμής του. Όμως η Αντιγόνη το χάρισμά της, το αφιέρωσε
σε αυτόν. Στα δικά του όνειρα μπαίνει μέχρι την τελευταία του στιγμή.
Ο
Χρήστος φεύγει μακριά. Μεγαλώνει. Βρίσκει μια γυναίκα που μοιάζει στην αδερφή
του και κάνει μαζί της οικογένεια. Όμως η μοίρα το ήθελε να χαθεί το χάρισμα
από την οικογένειά του με το θάνατο της πρώτης του ανιψιάς, της πρωτότοκης
κόρης της Αντιγόνης. Τώρα είναι δουλειά του γιου του, του Τιμολέοντα, να βρει
που ξαναγεννήθηκε η πρόωρα χαμένη ψυχή, να παντρευτεί τη νέα κομίστρια του
χαρίσματος, να το ξαναφέρει στην οικογένεια.
Θα
βρει τη Λυδία του ακολουθώντας τη μοίρα που του χαράχθηκε προτού ο ίδιος
γεννηθεί.
Όμως
μετά θα τη χάσει και η ιστορία θα κάνει τον κύκλο της για να καταλήξει πάλι το
χάρισμα στην αγκαλιά της Χιώτισσας αδερφής, εκεί πίσω στα παράλια της Χίου, το
1922, εκείνες τις ημέρες που σημάδεψαν ολόκληρη τη νεότερη ιστορία μας.
Ο τίτλος λέει πώς είναι παραμύθι και ναι, μπορεί να διαβαστεί σαν τέτοιο.
Καταπιάνεται
όμως, με σχετική επιτυχία, και με όλη τη λαογραφική μας παράδοση αλλά και με
την ιστορία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και την Μικρασιατική
Καταστροφή του 1922.
Οι
χαρακτήρες είναι ανθρώπινοι, ακόμα και οι εξωπραγματικοί.
Η
γλώσσα ρέει χωρίς να σε μαγεύει αλλά και χωρίς να σε εκνευρίζει.
Σίγουρα
δεν ανήκει στην κατηγορία των ελληνικών ευπώλητων που κατακλύζουν τα ράφια, η
αλήθεια είναι όμως πώς δεν ξεφεύγει και εντελώς. Οι συμπτώσεις, αναμενόμενες,
καθώς και οι πράξεις των ηρώων αλλά και τα συναισθήματα που έχουν χωρίς να
αιτιολογούνται ή να βασίζονται κάπου, μπορούν να το εντάξουν σε αυτή.
Νομίζω
όμως πώς το βασικό μου πρόβλημα είναι πώς δεν έμοιαζε με τα βιβλία της
συγγραφέως που διάβασα όταν ήμουν παιδί και έφηβη.
Φυσικά
και πρέπει ο καλλιτέχνης να προχωράει και να εξελίσσεται και να δοκιμάζει, για
όποιον όμως έχει παρακολουθήσει την ταινία στο σινεμά με την Άννα στο
Αυγουστιάτικο φεγγάρι, η απόπειρα της συγγραφέως να ανοιχτεί στο ενήλικο κοινό,
χωρίς να είναι αποτυχημένη, δεν είναι ολοκληρωμένη.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Ήταν κάποτε "μια μακριά αλυσίδα γυναικών,
της οποίας κανείς δεν ήξερε πότε είχε ξεκινήσει ο πρώτος κρίκος ή ποια ήταν
αυτή που είχε κληρωθεί πρώτη αλλιώτικη. Κι αν τύχαινε ο θάνατος να κόψει τούτη
την αλυσίδα, μια καινούρια ξεκινούσε την ίδια στιγμή κάπου αλλού στον κόσμο,
πάλι με μια πρωτοκόρη που είχε το γνώρισμα και που αναλάμβανε να γίνει ο
μέντορας αυτής της παράξενης φύτρας". Και κάθε τέτοια πρωτοκόρη είχε μάτια
αόρατα σ' όλο της το κορμί κι έβλεπε τη ματιά απ' όπου κι αν ερχόταν, μύριζε
τους ανθρώπους από μακριά -ειδικά τους άντρες-, ερωτευόταν, χωρίς κοινωνικές
αναστολές, έναν μόνο άντρα στη ζωή της και μπορούσε να επικοινωνεί μαζί του από
μακριά με όνειρα ζωντανά... Ώσπου μια μέρα μαζί με μια τέτοια πρωτοκόρη
γεννήθηκε κι ένας δίδυμος αδερφός...
.. προσπάθησε να τον παρηγορήσει λέγοντάς του πως ήταν απλά ένα όνειρο. Όμως ο Χρίστος έδειχνε πεπεισμένος ότι αυτό που ονειρεύτηκε είχε πράγματι συμβεί. Και μέσα στο μοιρολόγι του μουρμούριζε και κάτι ασυνάρτητα για κάποιο "γνώρισμα" που θα χανόταν για πάντα, για κάποια "αλυσίδα" που είχε σπάσει... Εκείνη σταυροκοπήθηκε και τον πήρε πάνω στο στήθος της σαν μωρό παιδί. Μετά του είπε το παραμύθι των ψυχών, αυτό που της έλεγε κι εκείνος τα βράδια τότε που περίμεναν την ενσάρκωση του δικού τους χαμένου παιδιού. Και να μη σκάει, λοιπόν, γιατί η ψυχή της ανιψιάς του θα πέταγε σ' άλλο κορμί και τίποτε δεν είχε χαθεί...

