Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!



Επετειακά κι εμείς σήμερα, θυμόμαστε τον ποιητή του Αιγαίου να γράφει για τον πόλεμο.

Το Αξιον εστί, είναι η δεύτερη συλλογή του Ελύτη που διάβασα (η πρώτη ήταν τα Ρω του Έρωτα) και δε νομίζω πώς θα την ξεχάσω ποτέ, ακόμα κι αν έχω χάσει την ικανότητα μου να την απαγγέλλω ολόκληρη απέξω.
Είναι από τις φορές (τις πολύ λίγες), που δεν έχει νόημα η κριτική.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
                που τα χείλη ακόμη στον πηλό
                δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
    Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
    Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
    γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες

    κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
            Εκεί μόνος αντίκρισα
            τον κόσμο
            κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
            Είδα τότε θυμάμαι
          τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
    να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
    Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
    λίγο λίγο σβήνοντας

            δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
        Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
        πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό

            Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
            πάνω απ' το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:

            «Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
            και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
            Διάβασε και προσπάθησε
            και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
        Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη

        και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
        οι Εφτά Μπαλτάδες

            καταπώς η Καταιγίδα
            στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
            απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου

                           Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ' αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες

            και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
            οστρακόδερμοι γενειοφόροι

        Και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι
 στα τέσσερα
        και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν
 στο Βορρά
        Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας
 Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

                            ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος.

ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο Αχειροποίητος

            με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
            γραμμές

        ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
        και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές

            μία μέσα στην άλλη
στεριές μεγάλες που ένιωσα
να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση

            Τόσο ήταν αλήθεια
            που πιστά μ' ακολούθησε το χώμα
        έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
        και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
        Ύστερα πιο νωχελικά

            οι λόφοι οι κατωφέρειες
άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση

            τα λαγκάδια οι κάμποι
        κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
δυνατές πολύ παρορμήσεις

        Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
            κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
            ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
            «Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
            και αφού πεθάνεις» είπε
        Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
        κι απ' τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
        ένα γύρο σ' όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε
 σκαλοπάτια
        Εκεί μόνος απίθωσε

            κρήνες λευκές μαρμάρινες
            μύλους ανέμων
            τρούλους ρόδινους μικρούς
            και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
Κι επειδή συλλογίστηκεν

ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
        γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
        αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
        σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» είπε

        και στροφή γύρω του κάνοντας μ' ανοιχτές παλάμες
 έσπειρε
            φλόμους κρόκους καμπανούλες
            όλων των ειδών της γης τ' αστέρια

        τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
            και υπεροχή και δύναμη    



Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Αλβανικό Μέτωπο

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α' Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».


Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί το Άξιον Εστί

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παραουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.

  

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Lee και Lou - μια ιστορία για σκύλους, κάθε ράτσας


Lee και Lou
Μαργαρίτα Καραπάνου
Εκδόσεις Ωκεανίδα

Ένα βιβλίο που μιλάει για σκύλους Ή ίσως και όχι. Ίσως ένα βιβλίο για ομιλούντες σκύλους. Ίσως πάλι και όχι.
Η ειρωνική ματιά της Καραπάνου (γνωστή σε όποιον έχει διαβάσει προηγούμενα βιβλία της).
Νοήματα πίσω από νοήματα.
Η γνωστή, ελαφρώς παραληρηματική, γραφή της.
Κενές σελίδες.
Κενά στιχάκια.
Κι ίσως τελικά κάτι ήθελε να μας πει.
Αλλά προσπάθησε παραπάνω από όσο χρειαζόταν.
Ή ίσως προσπάθησε πολύ λιγότερο από όσο θα μπορούσε.

Η ιστορία έχει ως εξής:
Διάβασα το βιβλίο σε λιγότερο από μισή ώρα.
Και στο τέλος αισθάνθηκα κάπως εξαπατημένη...
Είναι ο Lee και είναι και η Lou και είναι σκύλοι. Οκ, καταλαβαίνω την αλληγορία σαν έννοια. Και ειλικρινά κατάλαβα και τι θέλουν να μου πουν. Αλλά γιατί να είναι τόσο δύσκολο; Ή μάλλον γιατί να είναι τόσο πρόχειρο; 

Η δυσκολία δεν ήταν στο νόημα. Η δυσκολία ήταν στον τρόπο με τον οποίο επέλεξε η συγγραφέας να μας το μεταδώσει. 

Ειλικρινά ενοχλήθηκα από τις συνεχόμενες κενές σελίδες (από μισή πρόταση έκαστη).

Ο κύριος λόγος που ενοχλήθηκα ήταν γιατί οι σελίδες που δεν ήταν κενές, ήταν απολαυστικές.
Οπότε θεώρησα ότι επειδή δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να είναι απολαυστική για 130 σελίδες, επέλεξε να έχει τις 50 από αυτές μισογραμμένες.

Παρόλα αυτά, το βιβλίο άξιζε την μισή ώρα που του αφιέρωσα.


Στο τέλος του βιβλίου είναι ξεκάθαρο πώς είμαστε μια κοινωνία που δε θέλει (ακόμα κι αν μπορεί) να βελτιωθεί....

Από το οπισθόφυλλο του Βιβλίου
Ο Mister Bank έχει ερωτευτεί τρελά μια τρομοκράτισσα. Δεν του έχει δείξει όμως ποτέ το πρόσωπό της. Τη συναντάει κάθε βράδυ μυστικά στην τράπεζά του, την «Total Bank». 
- Αγάπη μου, πες μου το όνομά σου, δεν θα το πω σε κανέναν... 
... Μια νύχτα δεν άντεξε. Τραβάει την κουκούλα με δύναμη, οπότε βλέπει με φρίκη ότι η αγαπημένη του είναι άντρας! 
- Είσαι ο Κουφοντίνας! φωνάζει. Μα πώς γίνεται; Εσύ είσαι στη φυλακή! 
- Είμαι ο δίδυμος αδελφός του! Μάικελ Κουφοντίνας. Ζω στον Καναδά. Εκεί είμαι λίγο τρομοκράτης, όποτε μου τη δώσει... 
- Εμένα μ' αρέσουν οι τρομοκράτες... λέει ο Mister Bank. Είναι κύριοι... Δεν κλέβουν σαν ζώα. Έχουν άποψη. Την ώρα που σε σκοτώνουν, σου εξηγούν πώς θα πεθάνεις και γιατί. Είχα έναν φίλο στο σχολείο, κακό μαθητή:
         - Θέλω να γίνω τρομοκράτης, μου έλεγε. Να βγαίνω έξω με την κουκούλα μου και το πιστόλι μου και να με τρέμουνε όλοι! 
Τελικά έγινε μάγειρας... 
Ο Lee και η Lou δεν ξέρουν μόνο να γαβγίζουν... Ξέρουν πολλά...