Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Νυχτερινό σχολείο

Νυχτερινό σχολείο
C.J. Daugherty
Μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Εκδόσεις: Μεταίχμιο


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Όταν όλοι σου λένε ψέματα, ποιον να εμπιστευτείς;
Η Άλι Σέρινταν είναι ένα μπερδεμένο κορίτσι της μεσαίας τάξης. Η ζωή της βγήκε εκτός ελέγχου όταν ο αδελφός της το έσκασε από το σπίτι. Οι γονείς της δε νοιάζονται καθόλου για κείνη – ούτε και για τίποτε άλλο βέβαια. Και η αστυνομία μόλις τη συνέλαβε. Πάλι. Όταν τη στέλνουν εσώκλειστη στην Κιμμέρια Ακαδημία, η Άλι νομίζει ότι βρίσκεται απλώς σε κάποιο αυστηρό αριστοκρατικό σχολείο, σαν αναμορφωτήριο. Και ότι αρκεί να προσαρμοστεί για ένα διάστημα, ώσπου να ξεθυμάνει η ιστορία. Μεγάλο λάθος. Η Κιμμέρια Ακαδημία δεν είναι ένα συνηθισμένο σχολείο. Οι κανόνες εκεί είναι αλλόκοτοι και αρχαϊκοί. Δεν επιτρέπονται υπολογιστές ούτε τηλέφωνα. Οι μαθητές αποτελούν ένα παράξενο μείγμα ανθρώπων χαρισματικών, σκληρών και προνομιούχων. Κι ύστερα, υπάρχει το μυστικό Νυχτερινό Σχολείο, μια κρυφή αδελφότητα γύρω από την οποία τηρείται άκρα μυστικότητα. Μετά τον θάνατο ενός συμμαθητή της στην καλοκαιρινή γιορτή, η Άλι αρχίζει ν’ ανακαλύπτει ότι το σχολείο και η οικογένειά της εμπλέκονται σε κάτι πολύ πιο σκοτεινό απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ της να φανταστεί. Άραγε, γιατί της είπαν ψέματα οι γονείς της; Ποιοι είναι οι εχθροί της; Τι συμβαίνει, στ’ αλήθεια, στην Κιμμέρια Ακαδημία; 

Χθες το βράδυ είχα την ανάγκη να διαβάσω ένα απλό, εύκολο βιβλίο. Αυτά που χαρακτηρίζουμε ως page turner και συνήθως δεν είναι αυτά που εγώ αποκαλώ “καλά βιβλία”.
Περιέργως δεν είχε μείνει κανένα αδιάβαστο στη βιβλιοθήκη μου, οπότε αποφάσισα να αγοράσω το πρώτο που θα βρω.

Τέσσερις ώρες μετά, αποφάσισα ότι θα μπορούσα να παίξω και Τζόκερ. Γιατί οι 500+ σελίδες του βιβλίου δεν ήταν μόνο απλές και εύκολες (που ήταν), ήταν και ευχάριστες στην ανάγνωση. Επιτέλους, ένα νεανικό βιβλίο που η ηρωίδα ΔΕΝ ήταν εμφανώς λοβοτομημένη!

Με αυτό δεν εννοώ ότι το Νυχτερινό Σχολείο είναι βιβλίο για Νόμπελ, αλλά τουλάχιστον είναι ένα βιβλίο για να περάσεις ευχάριστα την ώρα σου και να μην θες να βγάλεις τα μάτια σου με κουτάλι. Ένα βιβλίο που δεν προκαλεί τα εγκεφαλικά σου κύτταρα να αρχίσουν να εγκαταλείπουν τον εγκέφαλό σου. Και μερικές φορές, αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται ο αναγνώστης.

Η ιστορία θυμίζει έντονα Χάρι Πόττερ (χωρίς τα μαγικά και με γυναίκες πρωταγωνίστριες). Η νεαρή πρωταγωνίστρια, Άλι, μετά την εξαφάνιση του αδερφού της, αρχίζει να μπλέκει σε περιπέτειες. Στην τρίτη σύλληψή της για βανδαλισμό, οι απηυδισμένοι πλέον γονείς της την στέλνουν στην Κιμμέρια Ακαδημία. Στην αρχή η Άλι νομίζει πώς η Κιμμέρια Ακαδημία είναι ένα απλό, ;ίσως λίγο αναχρονιστικό σχολείο, με μυστικά. Στην πορεία όμως ανακαλύπτει πώς δεν είναι απλώς ένα σχολείο με μυστικά αλλά ένα μυστικό σχολείο. Ένα σχολείο που μόνο του στόχο έχει να βγάλει στην κοινωνία τους πλέον υποσχόμενους νέους και να τους τοποθετήσει στα πλέον υποσχόμενα πόστα. Φυσικά μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και ένας φόνος, μια μυστική αδερφότητα, ένα παιχνίδι εξουσίας που μάλλον θα μας το εξηγήσει καλύτερα στα επόμενα βιβλία, φιλίες που δοκιμάζονται και φυσικά εφηβικούς έρωτες από εδώ ως την αιωνιότητα.
Εκτός από την Άλι, στο βιβλίο εμφανίζονται και οι φίλοι της. Η Τζο με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και τους πλούσιος αλλά αδιάφορους γονείς. Ο Σιλβέν που από τη μία είναι γλυκός και τρυφερός, αλλά κρύβει πολλά κάτω από αυτό το προσωπείο. Ο Κάρτερ που φαίνεται στην αρχή να είναι ο κακός της υπόθεσης αλλά τελικά κάτω από το σκληρό προσωπείο κρύβεται μια ευαίσθητη ψυχή. Η Ρέιτσελ ως κουτσομπόλα Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Και φυσικά η πάντα συνεπής επιμελήτρια, ο καλός που γίνεται κακός, και η στρίγγλα του σχολείου. (Ναι ξέρω, τόσα πολλά κλισέ μαζεμένα, μάλλον πάει πολύ…).
Εννοείται ότι πάνω από όλα αυτά υπάρχει μία σοβαρή, κατανοητική διευθύντρια, η Ιζαμπέλ, που λειτουργεί και σαν μέντορας για την Άλι, ενώ στο αντίπαλο δέος βρίσκεται και ο κακός της υπόθεσης που όμως στο πρώτο βιβλίο μαθαίνουμε πρακτικά μόνο το όνομά του.

Στα θετικά:
Η πρωταγωνίστρια δεν είναι λοβοτομημένη. Κοινώς μπορεί να βάλει δύο λέξεις στη σειρά, δε μιλάει όλη την ώρα για τα μαλλιά της, δε συνομιλεί με τον εαυτό της και δε λέει συνέχεια “άουτς”, “oh my God” κλπ. Πολύ σημαντικά όλα αυτά στις μέρες μας.
Η γλώσσα είναι φυσιολογική. Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι για Νόμπελ, αλλά τέλος πάντων, τηρείται μία βασική σύνταξη και μία συνοχή. Βέβαια το διάβασα από μετάφραση και νομίζω ότι γενικά είναι αποδεκτό πώς έχουμε πολύ καλούς μεταφραστές στη χώρα μας.
Το βιβλίο εμφανώς απευθύνεται σε νεανικό κοινό. Παρόλα αυτά δεν κάνει τα συνηθισμένα λάθη, ή τουλάχιστον δεν τα κάνει πολύ ή δεν τα κάνει όλα. Εννοώ πώς δεν περιγράφει για δύο σελίδες την ομορφιά της πρωταγωνίστριας, το φόρεμα της, τα νύχια της κλπ. Γίνεται κι αυτό, περισσότερο από τα δικά μου αποδεκτά όρια, αλλά μπορώ να της δώσω το ελαφρυντικό ότι οι περιγραφές τουλάχιστον είναι μικρές και εντός της πλοκής.

Στα αρνητικά:
Το βιβλίο πέφτει στην κλασική παγίδα “μεγέθυνσης του χρόνου”. Έχεις διαβάσει 500 σελίδες κι ενώ νομίζεις ότι έχει περιγραφεί τουλάχιστον 1 χρόνος, όταν η πλοκή σαν χρόνος είναι περίπου 2 μήνες. Φυσικά  μέσα σε αυτούς τους δύο μήνες η ηρωίδα έχει αλλάξει δύο αγόρια (καλά αυτό μάλλον είναι φυσιολογικό για την ηλικία της), οι φιλίες έγιναν πιο ισχυρές και δυνατές από εμένα και την κολλητή μου που κάνουμε 20 χρόνια παρέα και γενικά έχει ζήσει μία ολόκληρη ζωή σε 2 μήνες. Σαφώς καλύτερα από άλλες περιπτώσεις, αλλά εν πάση περιπτώσει και λίγος ρεαλισμός δεν βλάπτει...
Πάλι για την πλοκή, σου εξηγεί ποιος πιστεύει ότι είναι ο καλός και ο κακός αλλά δε σου εξηγεί  γιατί. Διαβάζω ένα βιβλίο για κακομαθημένα παιδιά που έχουν ειδική μεταχείριση και αναμένεται να κυβερνήσουν τον κόσμο και θέλω να μου εξηγήσει κάποιος γιατί αυτοί είναι οι καλοί της υπόθεσης. Πόσο κακός δηλαδή μπορεί να είναι ο κακός;
Τέλος, οι χαρακτήρες, προς το παρόν τουλάχιστον δεν έχουν το απαραίτητο βάθος, αν και αφήνονται υπόνοιες ότι αυτό θα αλλάξει στην πορεία.
(Επιπλέον, στα αρνητικά της Ελληνικής τουλάχιστον έκδοσης είναι ότι οι εκδόσεις Μεταίχμιο μας έχουν συνηθίσει σε πολύ καλύτερα εξώφυλλα.)

Συμπερασματικά, έχουμε ένα βιβλίο εύκολο, ευχάριστο, χωρίς πολλές απαιτήσεις. Έτσι λοιπόν και πρέπει να διαβαστεί. Εύκολα, ευχάριστα και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Εάν κάποιος δεν είναι σε αυτή τη φάση, σίγουρα δε θα του αρέσει, και δε θα φταίει το βιβλίο για αυτό...


Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Το παραμύθι των ψυχών

Βούλα Μάστορη
Το παραμύθι των ψυχών
Εκδόσεις Πατάκη

Μία αγαπημένη συγγραφέας της παιδικής μου ηλικίας.
Λίγο από παραμύθι.
Χαμένες πατρίδες.
Θα μπορούσε να είναι η συνταγή της επιτυχίας.
Ήταν κάτι λιγότερο από αυτό...




Η ιστορία ξεκινάει στα τέλη του 19ου αιώνα, σε ένα χωριό από τα μαστιχοχώρια της Χίου.
Δύο δίδυμα αδέρφια, η Αντιγόνη και ο Χρήστος, μοιράζονται το γυναικείο χάρισμα των πρωτότοκων θυγατέρων της οικογένειας.
Το χάρισμα περνάει από μάνα σε κόρη. Της δίνει μάτια σε όλο της το κορμί, υπερφυσική όσφρηση και την ικανότητα να μπαίνει στα όνειρα του άντρα που αγαπάει. Την κάνει ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα (έπρεπε να υπάρχει κι ένα κλισέ).
Η Αντιγόνη είναι η πρώτη κόρη. Παίρνει το χάρισμα με όλες του τις προεκτάσεις. Και ο δίδυμος αδερφός της μοιράζεται το χάρισμα, χωρίς να το κατέχει εξ ολοκλήρου.
Τα δύο αδέρφια αγαπιούνται τόσο που μάλλον δεν έχει πιο πολύ.
Και λίγο πριν την αμαρτία, ο Χρήστος φεύγει για απέναντι ώστε να μπορέσει να ζήσει μακριά από τη σκιά της δίδυμής του. Όμως η Αντιγόνη το χάρισμά της, το αφιέρωσε σε αυτόν. Στα δικά του όνειρα μπαίνει μέχρι την τελευταία του στιγμή.
Ο Χρήστος φεύγει μακριά. Μεγαλώνει. Βρίσκει μια γυναίκα που μοιάζει στην αδερφή του και κάνει μαζί της οικογένεια. Όμως η μοίρα το ήθελε να χαθεί το χάρισμα από την οικογένειά του με το θάνατο της πρώτης του ανιψιάς, της πρωτότοκης κόρης της Αντιγόνης. Τώρα είναι δουλειά του γιου του, του Τιμολέοντα, να βρει που ξαναγεννήθηκε η πρόωρα χαμένη ψυχή, να παντρευτεί τη νέα κομίστρια του χαρίσματος, να το ξαναφέρει στην οικογένεια.
Θα βρει τη Λυδία του ακολουθώντας τη μοίρα που του χαράχθηκε προτού ο ίδιος γεννηθεί.
Όμως μετά θα τη χάσει και η ιστορία θα κάνει τον κύκλο της για να καταλήξει πάλι το χάρισμα στην αγκαλιά της Χιώτισσας αδερφής, εκεί πίσω στα παράλια της Χίου, το 1922, εκείνες τις ημέρες που σημάδεψαν ολόκληρη τη νεότερη ιστορία μας.

Ο τίτλος λέει πώς είναι παραμύθι και ναι, μπορεί να διαβαστεί σαν τέτοιο.
Καταπιάνεται όμως, με σχετική επιτυχία, και με όλη τη λαογραφική μας παράδοση αλλά και με την ιστορία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.
Οι χαρακτήρες είναι ανθρώπινοι, ακόμα και οι εξωπραγματικοί.
Η γλώσσα ρέει χωρίς να σε μαγεύει αλλά και χωρίς να σε εκνευρίζει.
Σίγουρα δεν ανήκει στην κατηγορία των ελληνικών ευπώλητων που κατακλύζουν τα ράφια, η αλήθεια είναι όμως πώς δεν ξεφεύγει και εντελώς. Οι συμπτώσεις, αναμενόμενες, καθώς και οι πράξεις των ηρώων αλλά και τα συναισθήματα που έχουν χωρίς να αιτιολογούνται ή να βασίζονται κάπου, μπορούν να το εντάξουν σε αυτή.

Νομίζω όμως πώς το βασικό μου πρόβλημα είναι πώς δεν έμοιαζε με τα βιβλία της συγγραφέως που διάβασα όταν ήμουν παιδί και έφηβη.

Φυσικά και πρέπει ο καλλιτέχνης να προχωράει και να εξελίσσεται και να δοκιμάζει, για όποιον όμως έχει παρακολουθήσει την ταινία στο σινεμά με την Άννα στο Αυγουστιάτικο φεγγάρι, η απόπειρα της συγγραφέως να ανοιχτεί στο ενήλικο κοινό, χωρίς να είναι αποτυχημένη, δεν είναι ολοκληρωμένη.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Ήταν κάποτε "μια μακριά αλυσίδα γυναικών, της οποίας κανείς δεν ήξερε πότε είχε ξεκινήσει ο πρώτος κρίκος ή ποια ήταν αυτή που είχε κληρωθεί πρώτη αλλιώτικη. Κι αν τύχαινε ο θάνατος να κόψει τούτη την αλυσίδα, μια καινούρια ξεκινούσε την ίδια στιγμή κάπου αλλού στον κόσμο, πάλι με μια πρωτοκόρη που είχε το γνώρισμα και που αναλάμβανε να γίνει ο μέντορας αυτής της παράξενης φύτρας". Και κάθε τέτοια πρωτοκόρη είχε μάτια αόρατα σ' όλο της το κορμί κι έβλεπε τη ματιά απ' όπου κι αν ερχόταν, μύριζε τους ανθρώπους από μακριά -ειδικά τους άντρες-, ερωτευόταν, χωρίς κοινωνικές αναστολές, έναν μόνο άντρα στη ζωή της και μπορούσε να επικοινωνεί μαζί του από μακριά με όνειρα ζωντανά... Ώσπου μια μέρα μαζί με μια τέτοια πρωτοκόρη γεννήθηκε κι ένας δίδυμος αδερφός...




.. προσπάθησε να τον παρηγορήσει λέγοντάς του πως ήταν απλά ένα όνειρο. Όμως ο Χρίστος έδειχνε πεπεισμένος ότι αυτό που ονειρεύτηκε είχε πράγματι συμβεί. Και μέσα στο μοιρολόγι του μουρμούριζε και κάτι ασυνάρτητα για κάποιο "γνώρισμα" που θα χανόταν για πάντα, για κάποια "αλυσίδα" που είχε σπάσει... Εκείνη σταυροκοπήθηκε και τον πήρε πάνω στο στήθος της σαν μωρό παιδί. Μετά του είπε το παραμύθι των ψυχών, αυτό που της έλεγε κι εκείνος τα βράδια τότε που περίμεναν την ενσάρκωση του δικού τους χαμένου παιδιού. Και να μη σκάει, λοιπόν, γιατί η ψυχή της ανιψιάς του θα πέταγε σ' άλλο κορμί και τίποτε δεν είχε χαθεί...

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!



Επετειακά κι εμείς σήμερα, θυμόμαστε τον ποιητή του Αιγαίου να γράφει για τον πόλεμο.

Το Αξιον εστί, είναι η δεύτερη συλλογή του Ελύτη που διάβασα (η πρώτη ήταν τα Ρω του Έρωτα) και δε νομίζω πώς θα την ξεχάσω ποτέ, ακόμα κι αν έχω χάσει την ικανότητα μου να την απαγγέλλω ολόκληρη απέξω.
Είναι από τις φορές (τις πολύ λίγες), που δεν έχει νόημα η κριτική.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
                που τα χείλη ακόμη στον πηλό
                δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
    Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
    Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
    γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες

    κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
            Εκεί μόνος αντίκρισα
            τον κόσμο
            κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
            Είδα τότε θυμάμαι
          τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
    να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
    Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
    λίγο λίγο σβήνοντας

            δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
        Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
        πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό

            Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
            πάνω απ' το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:

            «Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
            και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
            Διάβασε και προσπάθησε
            και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
        Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη

        και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
        οι Εφτά Μπαλτάδες

            καταπώς η Καταιγίδα
            στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
            απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου

                           Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ' αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες

            και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
            οστρακόδερμοι γενειοφόροι

        Και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι
 στα τέσσερα
        και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν
 στο Βορρά
        Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας
 Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

                            ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος.

ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο Αχειροποίητος

            με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
            γραμμές

        ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
        και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές

            μία μέσα στην άλλη
στεριές μεγάλες που ένιωσα
να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση

            Τόσο ήταν αλήθεια
            που πιστά μ' ακολούθησε το χώμα
        έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
        και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
        Ύστερα πιο νωχελικά

            οι λόφοι οι κατωφέρειες
άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση

            τα λαγκάδια οι κάμποι
        κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
δυνατές πολύ παρορμήσεις

        Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
            κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
            ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
            «Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
            και αφού πεθάνεις» είπε
        Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
        κι απ' τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
        ένα γύρο σ' όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε
 σκαλοπάτια
        Εκεί μόνος απίθωσε

            κρήνες λευκές μαρμάρινες
            μύλους ανέμων
            τρούλους ρόδινους μικρούς
            και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
Κι επειδή συλλογίστηκεν

ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
        γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
        αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
        σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» είπε

        και στροφή γύρω του κάνοντας μ' ανοιχτές παλάμες
 έσπειρε
            φλόμους κρόκους καμπανούλες
            όλων των ειδών της γης τ' αστέρια

        τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
            και υπεροχή και δύναμη    



Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Αλβανικό Μέτωπο

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α' Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».


Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί το Άξιον Εστί

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παραουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.

  

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Lee και Lou - μια ιστορία για σκύλους, κάθε ράτσας


Lee και Lou
Μαργαρίτα Καραπάνου
Εκδόσεις Ωκεανίδα

Ένα βιβλίο που μιλάει για σκύλους Ή ίσως και όχι. Ίσως ένα βιβλίο για ομιλούντες σκύλους. Ίσως πάλι και όχι.
Η ειρωνική ματιά της Καραπάνου (γνωστή σε όποιον έχει διαβάσει προηγούμενα βιβλία της).
Νοήματα πίσω από νοήματα.
Η γνωστή, ελαφρώς παραληρηματική, γραφή της.
Κενές σελίδες.
Κενά στιχάκια.
Κι ίσως τελικά κάτι ήθελε να μας πει.
Αλλά προσπάθησε παραπάνω από όσο χρειαζόταν.
Ή ίσως προσπάθησε πολύ λιγότερο από όσο θα μπορούσε.

Η ιστορία έχει ως εξής:
Διάβασα το βιβλίο σε λιγότερο από μισή ώρα.
Και στο τέλος αισθάνθηκα κάπως εξαπατημένη...
Είναι ο Lee και είναι και η Lou και είναι σκύλοι. Οκ, καταλαβαίνω την αλληγορία σαν έννοια. Και ειλικρινά κατάλαβα και τι θέλουν να μου πουν. Αλλά γιατί να είναι τόσο δύσκολο; Ή μάλλον γιατί να είναι τόσο πρόχειρο; 

Η δυσκολία δεν ήταν στο νόημα. Η δυσκολία ήταν στον τρόπο με τον οποίο επέλεξε η συγγραφέας να μας το μεταδώσει. 

Ειλικρινά ενοχλήθηκα από τις συνεχόμενες κενές σελίδες (από μισή πρόταση έκαστη).

Ο κύριος λόγος που ενοχλήθηκα ήταν γιατί οι σελίδες που δεν ήταν κενές, ήταν απολαυστικές.
Οπότε θεώρησα ότι επειδή δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να είναι απολαυστική για 130 σελίδες, επέλεξε να έχει τις 50 από αυτές μισογραμμένες.

Παρόλα αυτά, το βιβλίο άξιζε την μισή ώρα που του αφιέρωσα.


Στο τέλος του βιβλίου είναι ξεκάθαρο πώς είμαστε μια κοινωνία που δε θέλει (ακόμα κι αν μπορεί) να βελτιωθεί....

Από το οπισθόφυλλο του Βιβλίου
Ο Mister Bank έχει ερωτευτεί τρελά μια τρομοκράτισσα. Δεν του έχει δείξει όμως ποτέ το πρόσωπό της. Τη συναντάει κάθε βράδυ μυστικά στην τράπεζά του, την «Total Bank». 
- Αγάπη μου, πες μου το όνομά σου, δεν θα το πω σε κανέναν... 
... Μια νύχτα δεν άντεξε. Τραβάει την κουκούλα με δύναμη, οπότε βλέπει με φρίκη ότι η αγαπημένη του είναι άντρας! 
- Είσαι ο Κουφοντίνας! φωνάζει. Μα πώς γίνεται; Εσύ είσαι στη φυλακή! 
- Είμαι ο δίδυμος αδελφός του! Μάικελ Κουφοντίνας. Ζω στον Καναδά. Εκεί είμαι λίγο τρομοκράτης, όποτε μου τη δώσει... 
- Εμένα μ' αρέσουν οι τρομοκράτες... λέει ο Mister Bank. Είναι κύριοι... Δεν κλέβουν σαν ζώα. Έχουν άποψη. Την ώρα που σε σκοτώνουν, σου εξηγούν πώς θα πεθάνεις και γιατί. Είχα έναν φίλο στο σχολείο, κακό μαθητή:
         - Θέλω να γίνω τρομοκράτης, μου έλεγε. Να βγαίνω έξω με την κουκούλα μου και το πιστόλι μου και να με τρέμουνε όλοι! 
Τελικά έγινε μάγειρας... 
Ο Lee και η Lou δεν ξέρουν μόνο να γαβγίζουν... Ξέρουν πολλά...